2023Unpublished venueRequires access

Αριστοτελική ηδονολογία και νεότερος πολιτικός ηδονισμός

Γεώργιος Παπαγεωργάκης

Open publisher page 0 citations

Abstract

Αντικείμενο έρευνας της παρούσης Διδακτορικής Διατριβής είναι οι ηθικές θεωρίες δύο σπουδαίων φιλοσόφων, του Αριστοτέλη και του John Stuart Mill, και μάλιστα οι απόψεις που αυτοί διατυπώνουν για την ηδονή και τη σχέση της με την ευδαιμονία και την ευτυχία αντίστοιχα. Σκοπός της έρευνας είναι η ανασυγκρότηση των περί ηδονής θεωριών των δύο φιλοσόφων και η αντιπαραβολή αυτών, προκειμένου να αναδειχθούν τα κοινά στοιχεία, οι διαφορές και οι πιθανές επιδράσεις του πρώτου στη σκέψη του δευτέρου. Στην εισαγωγή αναφέρεται ότι ο John Stuart Mill, ο οποίος έλαβε από μικρή ηλικία κλασική παιδεία, φαίνεται, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι ερευνητές, ότι στη θεώρησή του για την ευτυχία έχει επηρεασθεί από το αρχαίο ελληνικό ευδαιμονιστικό ιδεώδες και ιδιαίτερα από την αριστοτελική αντίληψη περί ευδαιμονίας. Οι εργασίες των ερευνητών αυτών αποτέλεσαν το βασικό ερέθισμα για περαιτέρω διερεύνηση του συγκεκριμένου θέματος. Η διατριβή αποτελείται από Πρόλογο, Εισαγωγή, δύο Μέρη, Κριτική επισκόπηση - Συμπεράσματα και Βιβλιογραφία. Το πρώτο Μέρος, που τιτλοφορείται «Ηδονή και ευδαιμονία στην αριστοτελική ηθική», αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο, με τίτλο «Η θεματοποίηση του προβλήματος της ηδονής από τον Αριστοτέλη», διερευνώνται οι λόγοι καθώς και οι επιδράσεις που ώθησαν τον Αριστοτέλη να ασχοληθεί με το πρόβλημα της ηδονής και να το εντάξει στην πρακτική του φιλοσοφία. Εν συνεχεία, στα τρία κεφάλαια που ακολουθούν, επιχειρείται η ανασυγκρότηση της αριστοτελικής ηδονολογίας με βάση κυρίως τα έργα Προτρεπτικός προς Θεμίσωνα, Ηθικά Ευδήμια και Ηθικά Νικομάχεια. Στο δεύτερο κεφάλαιο, που φέρει τον τίτλο «Ο Προτρεπτικός προς Θεμίσωνα και οι ηδονές του φιλοσοφικού βίου» ο Αριστοτέλης επιχειρηματολογεί υπέρ της απαράμιλλης ηδύτητας της φιλοσοφικής δραστηριότητας. Η ηδονή προβάλλει εδώ ως δέλεαρ για τη στροφή μας στο φιλοσοφείν και ο μόνος τρόπος για να απολαύσει κανείς τις αληθείς και αγαθές ηδονές είναι να πορευθεί την οδό της φιλοσοφίας. Προκειμένου μάλιστα να υπερασπίσει τη θέση του αυτή, κάνει χρήση μιας εκλαϊκευμένης διατύπωσης της θεωρίας του για το ζεύγος δύναμις - ἐνέργεια. Ο Αριστοτέλης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η τέλεια και ανεμπόδιστη ενέργεια, η θεωρητική δηλαδή ενέργεια, εμπεριέχει μέσα της «τὸ χαίρειν», γι’ αυτό και είναι, συγκριτικά με όλες τις άλλες ενέργειες, η ηδίστη. Στο τρίτο κεφάλαιο, που επιγράφεται «Τα Ηθικά Ευδήμια και η σύζευξη ηδονής και ευδαιμονίας», η ηδονή κατατάσσεται από τον Αριστοτέλη στα εσωτερικά αγαθά της ψυχής, πράγμα που σημαίνει ότι προσδίδει σε αυτή θετική αξία. Ο Αριστοτέλης αδυνατεί να συλλάβει την ευδαιμονία αποκομμένη από το στοιχείο της ηδονής. Παρόλα αυτά, απορρίπτει τον απολαυστικό βίο που βασίζεται στην άμετρη απόλαυση των σωματικών ηδονών που έχουν σχέση με την αίσθηση της αφής. Οι σωματικές ηδονές είναι επιτρεπτές και έχουν θέση στον ευδαίμονα βίο, όταν βιώνονται με μέτρο. Συνδέει επίσης τις ηθικές αρετές, τις αρετές δηλαδή του άλογου μέρους της ψυχής, με την ηδονή και τη λύπη και θεωρεί ότι ο χαρακτήρας του ανθρώπου διαμορφώνεται από τη στάση που αυτός υιοθετεί απέναντι σε συγκεκριμένες σωματικές ηδονές και λύπες, καθώς και από τον τρόπο που αυτός εκδηλώνει τα πάθη του, τα οποία υπάρχουν φύσει εντός της ψυχής και συνοδεύονται από αισθητική ηδονή ή λύπη. Στο τέταρτο κεφάλαιο, που τιτλοφορείται «Τα Ηθικά Νικομάχεια και η φύση της ηδονής», εξετάζεται η φύση της ηδονής επί τη βάσει δύο βιβλίων των Ηθικών Νικομαχείων του Η’ (έβδομου, κεφ. 12-15) και του Κ’ (δέκατου, κεφ. 1-5). Στο έβδομο βιβλίο ο Αριστοτέλης απορρίπτει τον αντιηδονισμό του Σπεύσιππου και διατείνεται ότι δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε την ηδονή, όπως ο Πλάτων, ως «αἰσθητὴν γένεσιν» ή «κίνησιν» αλλά μάλλον ως ανεμπόδιστη ενέργεια «τῆς κατὰ φύσιν ἕξεως». Ισχυρίζεται μάλιστα ότι η ηδονή είναι κάτι αγαθό, αφού είναι το αντίθετο της λύπης, την οποία όλοι αποφεύγουμε ως κακό. Το ότι υπάρχουν κακές και επιζήμιες ηδονές δεν συνεπάγεται ότι η ηδονή εν γένει είναι κάτι το κακό, ούτε αποκλείει την περίπτωση κάποια συγκεκριμένη ηδονή να ταυτίζεται με το ύψιστο αγαθό. Το γεγονός επίσης ότι όλοι οι άνθρωποι και όλα τα ζώα αποζητούν την ηδονή αποτελεί ένδειξη ότι η ηδονή είναι κατά κάποιον τρόπο το «ἄριστον», το τελικό δηλαδή ανθρώπινο αγαθό. Η ευδαιμονία όμως στην αριστοτελική θεώρηση έχει ως βάση την ανεμπόδιστη ενέργεια, πράγμα που παραπέμπει στη σύγκλιση ευδαιμονίας και ηδονής στο έβδομο βιβλίο. Στο δέκατο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι η ηδονή είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ανθρώπινη φύση. Οι άνθρωποι επιθυμούν και επιλέγουν ό,τι είναι ηδονικό και αποφεύγουν ό,τι προκαλεί λύπη. Για τη διαμόρφωση ενός ενάρετου χαρακτήρα είναι απαραίτητο ο άνθρωπος να εκπαιδεύεται από την παιδική του ηλικία να αντλεί ευχαρίστηση από το ηθικά ωραίο και λύπη από το ηθικά άσχημο. Ο Αριστοτέλης στο δέκατο βιβλίο ασκεί κριτική στην ηδονιστική θεωρία του Εύδοξου για να αποδείξει ότι η ηδονή δεν ταυτίζεται με το αγαθό. Στο βιβλίο αυτό δεν εξισώνει την ευδαιμονία με την ηδονή, αλλά δεν παύει να συνδέει τα δύο αυτά μεγέθη, καθώς όπως διατείνεται, η ηδονή «τελειοῖ» την ενέργεια, την τελειοποιεί δηλαδή ή την ολοκληρώνει, με αποτέλεσμα η ηδονή να εμφανίζεται ως κάτι που επιπροστίθεται στην ενέργεια ή ως απόρροια της ενέργειας, χωρίς όμως να αποτελεί εγγενές στοιχείο της. Στο τέλος του κεφαλαίου συζητούνται τα δύο είδη της αριστοτελικής ευδαιμονίας και υποστηρίζεται ότι ο Αριστοτέλης δεν θα πρέπει να θεωρηθεί θιασώτης του ηδονισμού και ότι δεν εμφορείται από το πνεύμα ενός εγωιστικού ευδαιμονισμού. Το δεύτερο Μέρος, που επιγράφεται «Ηδονή και ευτυχία στην ωφελιμιστική ηθική του John Stuart Mill», αποτελείται από επτά κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο με τίτλο «Πολιτικός ηδονισμός» αναφέρεται στην ανάδυση κατά τον 17ο αιώνα του φιλοσοφικού ρεύματος του πολιτικού ηδονισμού και παρουσιάζονται οι βασικότερες θέσεις των εκπροσώπων του ρεύματος αυτού, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο John Stuart Mill. Στο δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο «Η αρχή της ωφέλειας στη μιλιανή ηθική» επιχειρείται η διασαφήνιση της έννοιας της αρχής της ωφέλειας ή της αρχής της μέγιστης ευτυχίας και του τρόπου με τον οποίο ο Mill συνδέει την αρχή αυτή με την ηδονή, ενώ στο τρίτο κεφάλαιο, που φέρει τον τίτλο «Φυσικό αίσθημα του καθήκοντος - Κοινωνικό αίσθημα», γίνεται εκτενής αναφορά στο αίσθημα της κοινωνικότητας που, σύμφωνα με τον Mill, χαρακτηρίζει την πλειονότητα των ανθρώπων και πάνω στο οποίο εδράζεται η δικαιολόγηση της αρχής της ωφέλειας. Στο τέταρτο κεφάλαιο, που τιτλοφορείται «Η μιλιανή τελειοκρατία», μελετάται το πρότυπο ατομικής τελείωσης, που προτείνει ο Mill, το οποίο στοχεύει στην καλλιέργεια του εαυτού και την αυτοανάπτυξη του ατόμου με την επίτευξη αριστειών ικανών να συνεισφέρουν στην ολοκλήρωση του ανθρώπου ως λογικού όντος. Στο πέμπτο κεφάλαιο που επιγράφεται «Ο μιλιανός ηδονισμός» εξετάζονται τόσο ο ηδονισμός του Mill και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που συνθέτουν την εικόνα του όσο και το πρότυπο ηθικής συμπεριφοράς που αυτός προκρίνει, δηλαδή τον επαρκή γνώστη, και τη σχέση του με την ηδονή. Ακολούθως, στο έκτο κεφάλαιο, με τίτλο «Στοιχεία που δρουν ενισχυτικά στην ατομική μας τελείωση και ευτυχία και προάγουν τη γενική ευτυχία», συζητείται η μεγάλη σημασία που προσδίδει ο Mill στην καλλιέργεια του χαρακτήρα και στην αρετή, όσον αφορά την προαγωγή της ατομικής και της γενικής ευτυχίας, σημασία που είναι ενδεικτική της επίδρασης που έχει ασκήσει στη σκέψη του η αρχαία ελληνική φιλοσοφία και η αριστοτελική ηθική. Τέλος, στο τελευταίο κεφάλαιο, που επιγράφεται «Το “ψηφιδωτό” της ευτυχίας», επιχειρείται να προσδιορισθεί σε τι συνίσταται η ευτυχία κατά τον Mill και ποια είναι ακριβώς η σχέση ευτυχίας και ηδονής. Στην «Κριτική επισκόπηση - Συμπεράσματα» επιχειρείται η αντιπαραβολή των θεωριών για την ηδονή των δύο φιλοσόφων και η ανάδειξη ομοιοτήτων, διαφορών και αναλογιών ανάμεσά τους. Μεταξύ άλλων, αναδεικνύονται: α) Μία αναλογία ανάμεσα στον επαρκή γνώστη του Mill και στον φρόνιμο του Αριστοτέλη. Ο επαρκής γνώστης έχει κατά μία έννοια πρακτική σοφία και δύναται ως εκ τούτου να έχει ορθή κρίση για το τι είναι πραγματικά ηδονικό, όπως στον Αριστοτέλη την ορθή κρίση για το ηδονικό και το αγαθό την έχει ο φρόνιμος. β) Η επίδραση του Αριστοτέλη στον Mill, καθώς ο Mill εισάγοντας ως δεύτερο κριτήριο ηθικότητας την πρόθεση του δρώντος ουσιαστικά έχει κατά νου τις αριστοτελικές καλές έξεις, τις σταθερές προδιαθέσεις του χαρακτήρα, βάσει των οποίων το άτομο ενεργεί κατά τρόπο που να συμβάλλει στην ευδαιμονία του, αλλά και στο ευ ζην του συνόλου. γ) Η ομοιότητα των δύο φιλοσόφων όσον αφορά τον κοινωνικό χαρακτήρα των θεωριών τους, καθώς η αρχή της ωφέλειας στον Mill, που αποσκοπεί στην προαγωγή της ατομικής αλλά και της γενικής ευτυχίας, μπορεί να παραλληλισθεί με τις απόψεις του Αριστοτέλη για τον ενάρετο, ο οποίος ασκεί τις αρετές προς όφελος των άλλων καθώς και με την αριστοτελική αντίληψη για την αρετή ως δύναμη ευεργετική προς τους άλλους ανθρώπους. δ) Η κοινή αντίληψη και των δύο φιλοσόφων για τον άνθρωπο ως ένα ενεργητικό και προοδευτικό ον, που εντός της κοινότητας αναπτύσσει αρετές και αριστείες, εξελίσσεται και ολοκληρώνεται ως ύπαρξη και δρα λαμβάνοντας υπόψη τόσο το ατομικό όσο και το γενικό καλό.

About this research paper

What this paper is about

Αντικείμενο έρευνας της παρούσης Διδακτορικής Διατριβής είναι οι ηθικές θεωρίες δύο σπουδαίων φιλοσόφων, του Αριστοτέλη και του John Stuart Mill, και μάλιστα οι απόψεις που αυτοί διατυπώνουν για την ηδονή και τη σχέση της με την ευδαιμονία και την ευτυχία αντίστοιχα. Σκοπός της έρευνας είναι η ανασυγκρότηση των περί ηδονής θεωριών των δύο φιλοσόφων και η αντιπαραβολή αυτών, προκειμένου να αναδειχθούν τα κοινά στοιχεία, οι διαφορές και οι πιθανές επιδράσεις του πρώτου στη σκέψη του δευτέρου. Στην εισαγωγή αναφέρεται ότι ο John Stuart Mill, ο οποίος έλαβε από μικρή ηλικία κλασική παιδεία, φαίνεται, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι ερευνητές, ότι στη θεώρησή του για την ευτυχία έχει επηρεασθεί από το αρχαίο ελληνικό ευδαιμονιστικό ιδεώδες και ιδιαίτερα από την αριστοτελική αντίληψη περί ευδαιμονίας. Οι εργασίες των ερευνητών αυτών αποτέλεσαν το βασικό ερέθισμα για περαιτέρω διερεύνηση του συγκεκριμένου θέματος. Η διατριβή αποτελείται από Πρόλογο, Εισαγωγή, δύο Μέρη, Κριτική επισκόπηση - Συμπεράσματα και Βιβλιογραφία. Το πρώτο Μέρος, που τιτλοφορείται «Ηδονή και ευδαιμονία στην αριστοτελική ηθική», αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο, με τίτλο «Η θεματοποίηση του προβλήματος της ηδονής από τον Αριστοτέλη», διερευνώνται οι λόγοι καθώς και οι επιδράσεις που ώθησαν τον Αριστοτέλη να ασχοληθεί με το πρόβλημα της ηδονής και να το εντάξει στην πρακτική του φιλοσοφία. Εν συνεχεία, στα τρία κεφάλαια που ακολουθούν, επιχειρείται η ανασυγκρότηση της αριστοτελικής ηδονολογίας με βάση κυρίως τα έργα Προτρεπτικός προς Θεμίσωνα, Ηθικά Ευδήμια και Ηθικά Νικομάχεια. Στο δεύτερο κεφάλαιο, που φέρει τον τίτλο «Ο Προτρεπτικός προς Θεμίσωνα και οι ηδονές του φιλοσοφικού βίου» ο Αριστοτέλης επιχειρηματολογεί υπέρ της απαράμιλλης ηδύτητας της φιλοσοφικής δραστηριότητας. Η ηδονή προβάλλει εδώ ως δέλεαρ για τη στροφή μας στο φιλοσοφείν και ο μόνος τρόπος για να απολαύσει κανείς τις αληθείς και αγαθές ηδονές είναι να πορευθεί την οδό της φιλοσοφίας. Προκειμένου μάλιστα να υπερασπίσει τη θέση του αυτή, κάνει χρήση μιας εκλαϊκευμένης διατύπωσης της θεωρίας του για το ζεύγος δύναμις - ἐνέργεια. Ο Αριστοτέλης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η τέλεια και ανεμπόδιστη ενέργεια, η θεωρητική δηλαδή ενέργεια, εμπεριέχει μέσα της «τὸ χαίρειν», γι’ αυτό και είναι, συγκριτικά με όλες τις άλλες ενέργειες, η ηδίστη. Στο τρίτο κεφάλαιο, που επιγράφεται «Τα Ηθικά Ευδήμια και η σύζευξη ηδονής και ευδαιμονίας», η ηδονή κατατάσσεται από τον Αριστοτέλη στα εσωτερικά αγαθά της ψυχής, πράγμα που σημαίνει ότι προσδίδει σε αυτή θετική αξία. Ο Αριστοτέλης αδυνατεί να συλλάβει την ευδαιμονία αποκομμένη από το στοιχείο της ηδονής. Παρόλα αυτά, απορρίπτει τον απολαυστικό βίο που βασίζεται στην άμετρη απόλαυση των σωματικών ηδονών που έχουν σχέση με την αίσθηση της αφής. Οι σωματικές ηδονές είναι επιτρεπτές και έχουν θέση στον ευδαίμονα βίο, όταν βιώνονται με μέτρο. Συνδέει επίσης τις ηθικές αρετές, τις αρετές δηλαδή του άλογου μέρους της ψυχής, με την ηδονή και τη λύπη και θεωρεί ότι ο χαρακτήρας του ανθρώπου διαμορφώνεται από τη στάση που αυτός υιοθετεί απέναντι σε συγκεκριμένες σωματικές ηδονές και λύπες, καθώς και από τον τρόπο που αυτός εκδηλώνει τα πάθη του, τα οποία υπάρχουν φύσει εντός της ψυχής και συνοδεύονται από αισθητική ηδονή ή λύπη. Στο τέταρτο κεφάλαιο, που τιτλοφορείται «Τα Ηθικά Νικομάχεια και η φύση της ηδονής», εξετάζεται η φύση της ηδονής επί τη βάσει δύο βιβλίων των Ηθικών Νικομαχείων του Η’ (έβδομου, κεφ. 12-15) και του Κ’ (δέκατου, κεφ. 1-5). Στο έβδομο βιβλίο ο Αριστοτέλης απορρίπτει τον αντιηδονισμό του Σπεύσιππου και διατείνεται ότι δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε την ηδονή, όπως ο Πλάτων, ως «αἰσθητὴν γένεσιν» ή «κίνησιν» αλλά μάλλον ως ανεμπόδιστη ενέργεια «τῆς κατὰ φύσιν ἕξεως». Ισχυρίζεται μάλιστα ότι η ηδονή είναι κάτι αγαθό, αφού είναι το αντίθετο της λύπης, την οποία όλοι αποφεύγουμε ως κακό. Το ότι υπάρχουν κακές και επιζήμιες ηδονές δεν συνεπάγεται ότι η ηδονή εν γένει είναι κάτι το κακό, ούτε αποκλείει την περίπτωση κάποια συγκεκριμένη ηδονή να ταυτίζεται με το ύψιστο αγαθό. Το γεγονός επίσης ότι όλοι οι άνθρωποι και όλα τα ζώα αποζητούν την ηδονή αποτελεί ένδειξη ότι η ηδονή είναι κατά κάποιον τρόπο το «ἄριστον», το τελικό δηλαδή ανθρώπινο αγαθό. Η ευδαιμονία όμως στην αριστοτελική θεώρηση έχει ως βάση την ανεμπόδιστη ενέργεια, πράγμα που παραπέμπει στη σύγκλιση ευδαιμονίας και ηδονής στο έβδομο βιβλίο. Στο δέκατο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι η ηδονή είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ανθρώπινη φύση. Οι άνθρωποι επιθυμούν και επιλέγουν ό,τι είναι ηδονικό και αποφεύγουν ό,τι προκαλεί λύπη. Για τη διαμόρφωση ενός ενάρετου χαρακτήρα είναι απαραίτητο ο άνθρωπος να εκπαιδεύεται από την παιδική του ηλικία να αντλεί ευχαρίστηση από το ηθικά ωραίο και λύπη από το ηθικά άσχημο. Ο Αριστοτέλης στο δέκατο βιβλίο ασκεί κριτική στην ηδονιστική θεωρία του Εύδοξου για να αποδείξει ότι η ηδονή δεν ταυτίζεται με το αγαθό. Στο βιβλίο αυτό δεν εξισώνει την ευδαιμονία με την ηδονή, αλλά δεν παύει να συνδέει τα δύο αυτά μεγέθη, καθώς όπως διατείνεται, η ηδονή «τελειοῖ» την ενέργεια, την τελειοποιεί δηλαδή ή την ολοκληρώνει, με αποτέλεσμα η ηδονή να εμφανίζεται ως κάτι που επιπροστίθεται στην ενέργεια ή ως απόρροια της ενέργειας, χωρίς όμως να αποτελεί εγγενές στοιχείο της. Στο τέλος του κεφαλαίου συζητούνται τα δύο είδη της αριστοτελικής ευδαιμονίας και υποστηρίζεται ότι ο Αριστοτέλης δεν θα πρέπει να θεωρηθεί θιασώτης του ηδονισμού και ότι δεν εμφορείται από το πνεύμα ενός εγωιστικού ευδαιμονισμού. Το δεύτερο Μέρος, που επιγράφεται «Ηδονή και ευτυχία στην ωφελιμιστική ηθική του John Stuart Mill», αποτελείται από επτά κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο με τίτλο «Πολιτικός ηδονισμός» αναφέρεται στην ανάδυση κατά τον 17ο αιώνα του φιλοσοφικού ρεύματος του πολιτικού ηδονισμού και παρουσιάζονται οι βασικότερες θέσεις των εκπροσώπων του ρεύματος αυτού, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο John Stuart Mill. Στο δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο «Η αρχή της ωφέλειας στη μιλιανή ηθική» επιχειρείται η διασαφήνιση της έννοιας της αρχής της ωφέλειας ή της αρχής της μέγιστης ευτυχίας και του τρόπου με τον οποίο ο Mill συνδέει την αρχή αυτή με την ηδονή, ενώ στο τρίτο κεφάλαιο, που φέρει τον τίτλο «Φυσικό αίσθημα του καθήκοντος - Κοινωνικό αίσθημα», γίνεται εκτενής αναφορά στο αίσθημα της κοινωνικότητας που, σύμφωνα με τον Mill, χαρακτηρίζει την πλειονότητα των ανθρώπων και πάνω στο οποίο εδράζεται η δικαιολόγηση της αρχής της ωφέλειας. Στο τέταρτο κεφάλαιο, που τιτλοφορείται «Η μιλιανή τελειοκρατία», μελετάται το πρότυπο ατομικής τελείωσης, που προτείνει ο Mill, το οποίο στοχεύει στην καλλιέργεια του εαυτού και την αυτοανάπτυξη του ατόμου με την επίτευξη αριστειών ικανών να συνεισφέρουν στην ολοκλήρωση του ανθρώπου ως λογικού όντος. Στο πέμπτο κεφάλαιο που επιγράφεται «Ο μιλιανός ηδονισμός» εξετάζονται τόσο ο ηδονισμός του Mill και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που συνθέτουν την εικόνα του όσο και το πρότυπο ηθικής συμπεριφοράς που αυτός προκρίνει, δηλαδή τον επαρκή γνώστη, και τη σχέση του με την ηδονή. Ακολούθως, στο έκτο κεφάλαιο, με τίτλο «Στοιχεία που δρουν ενισχυτικά στην ατομική μας τελείωση και ευτυχία και προάγουν τη γενική ευτυχία», συζητείται η μεγάλη σημασία που προσδίδει ο Mill στην καλλιέργεια του χαρακτήρα και στην αρετή, όσον αφορά την προαγωγή της ατομικής και της γενικής ευτυχίας, σημασία που είναι ενδεικτική της επίδρασης που έχει ασκήσει στη σκέψη του η αρχαία ελληνική φιλοσοφία και η αριστοτελική ηθική. Τέλος, στο τελευταίο κεφάλαιο, που επιγράφεται «Το “ψηφιδωτό” της ευτυχίας», επιχειρείται να προσδιορισθεί σε τι συνίσταται η ευτυχία κατά τον Mill και ποια είναι ακριβώς η σχέση ευτυχίας και ηδονής. Στην «Κριτική επισκόπηση - Συμπεράσματα» επιχειρείται η αντιπαραβολή των θεωριών για την ηδονή των δύο φιλοσόφων και η ανάδειξη ομοιοτήτων, διαφορών και αναλογιών ανάμεσά τους. Μεταξύ άλλων, αναδεικνύονται: α) Μία αναλογία ανάμεσα στον επαρκή γνώστη του Mill και στον φρόνιμο του Αριστοτέλη. Ο επαρκής γνώστης έχει κατά μία έννοια πρακτική σοφία και δύναται ως εκ τούτου να έχει ορθή κρίση για το τι είναι πραγματικά ηδονικό, όπως στον Αριστοτέλη την ορθή κρίση για το ηδονικό και το αγαθό την έχει ο φρόνιμος. β) Η επίδραση του Αριστοτέλη στον Mill, καθώς ο Mill εισάγοντας ως δεύτερο κριτήριο ηθικότητας την πρόθεση του δρώντος ουσιαστικά έχει κατά νου τις αριστοτελικές καλές έξεις, τις σταθερές προδιαθέσεις του χαρακτήρα, βάσει των οποίων το άτομο ενεργεί κατά τρόπο που να συμβάλλει στην ευδαιμονία του, αλλά και στο ευ ζην του συνόλου. γ) Η ομοιότητα των δύο φιλοσόφων όσον αφορά τον κοινωνικό χαρακτήρα των θεωριών τους, καθώς η αρχή της ωφέλειας στον Mill, που αποσκοπεί στην προαγωγή της ατομικής αλλά και της γενικής ευτυχίας, μπορεί να παραλληλισθεί με τις απόψεις του Αριστοτέλη για τον ενάρετο, ο οποίος ασκεί τις αρετές προς όφελος των άλλων καθώς και με την αριστοτελική αντίληψη για την αρετή ως δύναμη ευεργετική προς τους άλλους ανθρώπους. δ) Η κοινή αντίληψη και των δύο φιλοσόφων για τον άνθρωπο ως ένα ενεργητικό και προοδευτικό ον, που εντός της κοινότητας αναπτύσσει αρετές και αριστείες, εξελίσσεται και ολοκληρώνεται ως ύπαρξη και δρα λαμβάνοντας υπόψη τόσο το ατομικό όσο και το γενικό καλό.

Why it matters

A significance statement is not available in the OpenAlex record.

Key contribution

A contribution statement is not available in the OpenAlex record.

Method / approach

Method details are not available in the OpenAlex metadata.

Main findings

Findings are not separately available in the OpenAlex metadata.

Limitations

Limitations are not available in the OpenAlex metadata.

Applications

Application details are not available in the OpenAlex metadata.

Available abstract

Αντικείμενο έρευνας της παρούσης Διδακτορικής Διατριβής είναι οι ηθικές θεωρίες δύο σπουδαίων φιλοσόφων, του Αριστοτέλη και του John Stuart Mill, και μάλιστα οι απόψεις που αυτοί διατυπώνουν για την ηδονή και τη σχέση της με την ευδαιμονία και την ευτυχία αντίστοιχα. Σκοπός της έρευνας είναι η ανασυγκρότηση των περί ηδονής θεωριών των δύο φιλοσόφων και η αντιπαραβολή αυτών, προκειμένου να αναδειχθούν τα κοινά στοιχεία, οι διαφορές και οι πιθανές επιδράσεις του πρώτου στη σκέψη του δευτέρου. Στην εισαγωγή αναφέρεται ότι ο John Stuart Mill, ο οποίος έλαβε από μικρή ηλικία κλασική παιδεία, φαίνεται, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι ερευνητές, ότι στη θεώρησή του για την ευτυχία έχει επηρεασθεί από το αρχαίο ελληνικό ευδαιμονιστικό ιδεώδες και ιδιαίτερα από την αριστοτελική αντίληψη περί ευδαιμονίας. Οι εργασίες των ερευνητών αυτών αποτέλεσαν το βασικό ερέθισμα για περαιτέρω διερεύνηση του συγκεκριμένου θέματος. Η διατριβή αποτελείται από Πρόλογο, Εισαγωγή, δύο Μέρη, Κριτική επισκόπηση - Συμπεράσματα και Βιβλιογραφία. Το πρώτο Μέρος, που τιτλοφορείται «Ηδονή και ευδαιμονία στην αριστοτελική ηθική», αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο, με τίτλο «Η θεματοποίηση του προβλήματος της ηδονής από τον Αριστοτέλη», διερευνώνται οι λόγοι καθώς και οι επιδράσεις που ώθησαν τον Αριστοτέλη να ασχοληθεί με το πρόβλημα της ηδονής και να το εντάξει στην πρακτική του φιλοσοφία. Εν συνεχεία, στα τρία κεφάλαια που ακολουθούν, επιχειρείται η ανασυγκρότηση της αριστοτελικής ηδονολογίας με βάση κυρίως τα έργα Προτρεπτικός προς Θεμίσωνα, Ηθικά Ευδήμια και Ηθικά Νικομάχεια. Στο δεύτερο κεφάλαιο, που φέρει τον τίτλο «Ο Προτρεπτικός προς Θεμίσωνα και οι ηδονές του φιλοσοφικού βίου» ο Αριστοτέλης επιχειρηματολογεί υπέρ της απαράμιλλης ηδύτητας της φιλοσοφικής δραστηριότητας. Η ηδονή προβάλλει εδώ ως δέλεαρ για τη στροφή μας στο φιλοσοφείν και ο μόνος τρόπος για να απολαύσει κανείς τις αληθείς και αγαθές ηδονές είναι να πορευθεί την οδό της φιλοσοφίας. Προκειμένου μάλιστα να υπερασπίσει τη θέση του αυτή, κάνει χρήση μιας εκλαϊκευμένης διατύπωσης της θεωρίας του για το ζεύγος δύναμις - ἐνέργεια. Ο Αριστοτέλης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η τέλεια και ανεμπόδιστη ενέργεια, η θεωρητική δηλαδή ενέργεια, εμπεριέχει μέσα της «τὸ χαίρειν», γι’ αυτό και είναι, συγκριτικά με όλες τις άλλες ενέργειες, η ηδίστη. Στο τρίτο κεφάλαιο, που επιγράφεται «Τα Ηθικά Ευδήμια και η σύζευξη ηδονής και ευδαιμονίας», η ηδονή κατατάσσεται από τον Αριστοτέλη στα εσωτερικά αγαθά της ψυχής, πράγμα που σημαίνει ότι προσδίδει σε αυτή θετική αξία. Ο Αριστοτέλης αδυνατεί να συλλάβει την ευδαιμονία αποκομμένη από το στοιχείο της ηδονής. Παρόλα αυτά, απορρίπτει τον απολαυστικό βίο που βασίζεται στην άμετρη απόλαυση των σωματικών ηδονών που έχουν σχέση με την αίσθηση της αφής. Οι σωματικές ηδονές είναι επιτρεπτές και έχουν θέση στον ευδαίμονα βίο, όταν βιώνονται με μέτρο. Συνδέει επίσης τις ηθικές αρετές, τις αρετές δηλαδή του άλογου μέρους της ψυχής, με την ηδονή και τη λύπη και θεωρεί ότι ο χαρακτήρας του ανθρώπου διαμορφώνεται από τη στάση που αυτός υιοθετεί απέναντι σε συγκεκριμένες σωματικές ηδονές και λύπες, καθώς και από τον τρόπο που αυτός εκδηλώνει τα πάθη του, τα οποία υπάρχουν φύσει εντός της ψυχής και συνοδεύονται από αισθητική ηδονή ή λύπη. Στο τέταρτο κεφάλαιο, που τιτλοφορείται «Τα Ηθικά Νικομάχεια και η φύση της ηδονής», εξετάζεται η φύση της ηδονής επί τη βάσει δύο βιβλίων των Ηθικών Νικομαχείων του Η’ (έβδομου, κεφ. 12-15) και του Κ’ (δέκατου, κεφ. 1-5). Στο έβδομο βιβλίο ο Αριστοτέλης απορρίπτει τον αντιηδονισμό του Σπεύσιππου και διατείνεται ότι δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε την ηδονή, όπως ο Πλάτων, ως «αἰσθητὴν γένεσιν» ή «κίνησιν» αλλά μάλλον ως ανεμπόδιστη ενέργεια «τῆς κατὰ φύσιν ἕξεως». Ισχυρίζεται μάλιστα ότι η ηδονή είναι κάτι αγαθό, αφού είναι το αντίθετο της λύπης, την οποία όλοι αποφεύγουμε ως κακό. Το ότι υπάρχουν κακές και επιζήμιες ηδονές δεν συνεπάγεται ότι η ηδονή εν γένει είναι κάτι το κακό, ούτε αποκλείει την περίπτωση κάποια συγκεκριμένη ηδονή να ταυτίζεται με το ύψιστο αγαθό. Το γεγονός επίσης ότι όλοι οι άνθρωποι και όλα τα ζώα αποζητούν την ηδονή αποτελεί ένδειξη ότι η ηδονή είναι κατά κάποιον τρόπο το «ἄριστον», το τελικό δηλαδή ανθρώπινο αγαθό. Η ευδαιμονία όμως στην αριστοτελική θεώρηση έχει ως βάση την ανεμπόδιστη ενέργεια, πράγμα που παραπέμπει στη σύγκλιση ευδαιμονίας και ηδονής στο έβδομο βιβλίο. Στο δέκατο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι η ηδονή είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ανθρώπινη φύση. Οι άνθρωποι επιθυμούν και επιλέγουν ό,τι είναι ηδονικό και αποφεύγουν ό,τι προκαλεί λύπη. Για τη διαμόρφωση ενός ενάρετου χαρακτήρα είναι απαραίτητο ο άνθρωπος να εκπαιδεύεται από την παιδική του ηλικία να αντλεί ευχαρίστηση από το ηθικά ωραίο και λύπη από το ηθικά άσχημο. Ο Αριστοτέλης στο δέκατο βιβλίο ασκεί κριτική στην ηδονιστική θεωρία του Εύδοξου για να αποδείξει ότι η ηδονή δεν ταυτίζεται με το αγαθό. Στο βιβλίο αυτό δεν εξισώνει την ευδαιμονία με την ηδονή, αλλά δεν παύει να συνδέει τα δύο αυτά μεγέθη, καθώς όπως διατείνεται, η ηδονή «τελειοῖ» την ενέργεια, την τελειοποιεί δηλαδή ή την ολοκληρώνει, με αποτέλεσμα η ηδονή να εμφανίζεται ως κάτι που επιπροστίθεται στην ενέργεια ή ως απόρροια της ενέργειας, χωρίς όμως να αποτελεί εγγενές στοιχείο της. Στο τέλος του κεφαλαίου συζητούνται τα δύο είδη της αριστοτελικής ευδαιμονίας και υποστηρίζεται ότι ο Αριστοτέλης δεν θα πρέπει να θεωρηθεί θιασώτης του ηδονισμού και ότι δεν εμφορείται από το πνεύμα ενός εγωιστικού ευδαιμονισμού. Το δεύτερο Μέρος, που επιγράφεται «Ηδονή και ευτυχία στην ωφελιμιστική ηθική του John Stuart Mill», αποτελείται από επτά κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο με τίτλο «Πολιτικός ηδονισμός» αναφέρεται στην ανάδυση κατά τον 17ο αιώνα του φιλοσοφικού ρεύματος του πολιτικού ηδονισμού και παρουσιάζονται οι βασικότερες θέσεις των εκπροσώπων του ρεύματος αυτού, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο John Stuart Mill. Στο δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο «Η αρχή της ωφέλειας στη μιλιανή ηθική» επιχειρείται η διασαφήνιση της έννοιας της αρχής της ωφέλειας ή της αρχής της μέγιστης ευτυχίας και του τρόπου με τον οποίο ο Mill συνδέει την αρχή αυτή με την ηδονή, ενώ στο τρίτο κεφάλαιο, που φέρει τον τίτλο «Φυσικό αίσθημα του καθήκοντος - Κοινωνικό αίσθημα», γίνεται εκτενής αναφορά στο αίσθημα της κοινωνικότητας που, σύμφωνα με τον Mill, χαρακτηρίζει την πλειονότητα των ανθρώπων και πάνω στο οποίο εδράζεται η δικαιολόγηση της αρχής της ωφέλειας. Στο τέταρτο κεφάλαιο, που τιτλοφορείται «Η μιλιανή τελειοκρατία», μελετάται το πρότυπο ατομικής τελείωσης, που προτείνει ο Mill, το οποίο στοχεύει στην καλλιέργεια του εαυτού και την αυτοανάπτυξη του ατόμου με την επίτευξη αριστειών ικανών να συνεισφέρουν στην ολοκλήρωση του ανθρώπου ως λογικού όντος. Στο πέμπτο κεφάλαιο που επιγράφεται «Ο μιλιανός ηδονισμός» εξετάζονται τόσο ο ηδονισμός του Mill και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που συνθέτουν την εικόνα του όσο και το πρότυπο ηθικής συμπεριφοράς που αυτός προκρίνει, δηλαδή τον επαρκή γνώστη, και τη σχέση του με την ηδονή. Ακολούθως, στο έκτο κεφάλαιο, με τίτλο «Στοιχεία που δρουν ενισχυτικά στην ατομική μας τελείωση και ευτυχία και προάγουν τη γενική ευτυχία», συζητείται η μεγάλη σημασία που προσδίδει ο Mill στην καλλιέργεια του χαρακτήρα και στην αρετή, όσον αφορά την προαγωγή της ατομικής και της γενικής ευτυχίας, σημασία που είναι ενδεικτική της επίδρασης που έχει ασκήσει στη σκέψη του η αρχαία ελληνική φιλοσοφία και η αριστοτελική ηθική. Τέλος, στο τελευταίο κεφάλαιο, που επιγράφεται «Το “ψηφιδωτό” της ευτυχίας», επιχειρείται να προσδιορισθεί σε τι συνίσταται η ευτυχία κατά τον Mill και ποια είναι ακριβώς η σχέση ευτυχίας και ηδονής. Στην «Κριτική επισκόπηση - Συμπεράσματα» επιχειρείται η αντιπαραβολή των θεωριών για την ηδονή των δύο φιλοσόφων και η ανάδειξη ομοιοτήτων, διαφορών και αναλογιών ανάμεσά τους. Μεταξύ άλλων, αναδεικνύονται: α) Μία αναλογία ανάμεσα στον επαρκή γνώστη του Mill και στον φρόνιμο του Αριστοτέλη. Ο επαρκής γνώστης έχει κατά μία έννοια πρακτική σοφία και δύναται ως εκ τούτου να έχει ορθή κρίση για το τι είναι πραγματικά ηδονικό, όπως στον Αριστοτέλη την ορθή κρίση για το ηδονικό και το αγαθό την έχει ο φρόνιμος. β) Η επίδραση του Αριστοτέλη στον Mill, καθώς ο Mill εισάγοντας ως δεύτερο κριτήριο ηθικότητας την πρόθεση του δρώντος ουσιαστικά έχει κατά νου τις αριστοτελικές καλές έξεις, τις σταθερές προδιαθέσεις του χαρακτήρα, βάσει των οποίων το άτομο ενεργεί κατά τρόπο που να συμβάλλει στην ευδαιμονία του, αλλά και στο ευ ζην του συνόλου. γ) Η ομοιότητα των δύο φιλοσόφων όσον αφορά τον κοινωνικό χαρακτήρα των θεωριών τους, καθώς η αρχή της ωφέλειας στον Mill, που αποσκοπεί στην προαγωγή της ατομικής αλλά και της γενικής ευτυχίας, μπορεί να παραλληλισθεί με τις απόψεις του Αριστοτέλη για τον ενάρετο, ο οποίος ασκεί τις αρετές προς όφελος των άλλων καθώς και με την αριστοτελική αντίληψη για την αρετή ως δύναμη ευεργετική προς τους άλλους ανθρώπους. δ) Η κοινή αντίληψη και των δύο φιλοσόφων για τον άνθρωπο ως ένα ενεργητικό και προοδευτικό ον, που εντός της κοινότητας αναπτύσσει αρετές και αριστείες, εξελίσσεται και ολοκληρώνεται ως ύπαρξη και δρα λαμβάνοντας υπόψη τόσο το ατομικό όσο και το γενικό καλό.

Key concepts: Mill, Pulp and paper industry, Engineering, Mechanical engineering

Related papers

Back to paper searchBrowse research topicsOriginal source
Αριστοτελική ηδονολογία και νεότερος πολιτικός ηδονισμός — Research Paper | ScholarLens