Διερεύνηση του ρόλου άλλων ειδών ζώων πλην του σκύλου στη διατήρηση του πρωτόζωου παράσιτου Leishmania spp. στη φύση
Ιωάννης Τσακμακίδης
Abstract
Open-access reader
Ιωάννης Τσακμακίδης
Abstract
Open-access reader
Η Leishmania είναι ένα πρωτόζωο παράσιτο, με παγκόσμια εξάπλωση. Από τα 53 είδη του γένους Leishmania που έχουν ταυτοποιηθεί, τα 31 μεταδίδονται στα θηλαστικά, ενώ υπάρχουν τουλάχιστον 20 είδη που μεταδίδονται και στον άνθρωπο. Ο φυσικός μεταδότης των παρασίτων Leishmania είναι η σκνίπα. Η λεϊσμανίωση του ανθρώπου, είναι ενδημική σε 98 χώρες, οι άνθρωποι σε κίνδυνο ξεπερνούν τα 350 εκατομμύρια και οι θάνατοι τους 59.000 ετησίως. Στο σκύλο, το νόσημα είναι ενζωοτικό σε περισσότερες από 70 χώρες. παγκοσμίως. Στην Ευρώπη, το σημαντικότερο είδος Leishmania είναι το είδος L. infantum, που αποτελεί το αίτιο του νοσήματος τόσο στον άνθρωπο, όσο και το σκύλο. Μόλυνση με L. infantum, έχει διαπιστωθεί τόσο σε οικόσιτα είδη (γάτες, ιπποειδή, αιγοπρόβατα), όσο και σε άγρια είδη ζώων (σαρκοφάγα, λαγόμορφα, τρωκτικά). Τα τελευταία χρόνια, η έρευνα σχετικά με την ανεύρεση και άλλων μολυσμένων ειδών ζώων (εκτός του κυρίου ξενιστή που είναι ο σκύλος), δημιούργησε προβληματισμούς σχετικά με το εάν και αυτά έχουν κάποιο ρόλο στη διατήρηση του παρασίτου. Ο ρόλος αυτός, είναι απαραίτητο να διερευνηθεί, καθώς μπορεί κάτω από ορισμένες συνθήκες να αλλάξει, όπως αυτό συνέβη στο πρόσφατο περιστατικό ξαφνικής αύξησης των κρουσμάτων λεϊσμανίωσης στη Μαδρίτη της Ισπανίας. Σε αυτό το πλαίσιο τέθηκαν οι στόχοι αυτής της Διδακτορικής Διατριβής, δηλαδή ο προσδιορισμός της συχνότητας μόλυνσης άλλων ειδών ζώων, πλην του σκύλου, τα οποία ενδέχεται να συμμετέχουν στη διατήρηση του πρωτόζωου παρασίτου Leishmania spp. στην φύση και η μελέτη πιθανών παραγόντων επικινδυνότητας που σχετίζονται με τη μόλυνση των ζώων αυτών.Στην έρευνα συμπεριλήφθηκαν τρωκτικά (100), αγρια και εκτρεφόμενα κουνέλια (393), λαγοί (90), και εκτρεφόμενα μίνκ (200). Από τα ζώα αυτά εξετάστηκαν σπλήνας αίμα και ήπαρ, με παρασιτολογικές εξετάσεις (783), ορολογικές εξετάσεις (730) και μοριακές εξετάσεις (367). Η στατιστική επεξεργασία εφαρμόστηκε στα τρωκτικά στα αποτελέσματα των μοριακών εξετάσεων, ενώ στα υπόλοιπα ζώα στα αποτελέσματα τόσο των ορολογικών όσο και των μοριακών εξετάσεων. Στατιστική ανάλυση χρησιμοποιήθηκε επίσης στη μελέτη της πιθανής επίδρασης διαφόρων παραγόντων επικινδυνότητας που σχετίζονται με τη μόλυνση των ζώων. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της διατριβής, στις ορολογικές εξετάσεις, ανευρέθηκαν μολυσμένα τρωκτικά σε ποσοστό 51,06%, μολυσμένα κουνέλια σε ποσοστό 7,63%, μολυσμένοι λαγοί σε ποσοστό 6,67% και μολυσμένα μίνκ 20,00%. Αντίστοιχα με την εφαρμογή των μοριακών μεθόδων εξέτασης, τα μολυσμένα τρωκτικά ήταν 19%, τα κουνέλια 2,59%, οι λαγοί 3,57% και τα μίνκ 2,11%, ενώ σε κανένα κυτταρολογικό επίχρισμα δεν ανευρέθηκε το παράσιτο. Σε ότι αφορά τους παράγοντες επικινδυνότητας, η στατιστική ανάλυση έδειξε μεγαλύτερη πιθανότητα να μολυνθούν είχαν, τα τρωκτικά των ημιαστικών περιοχών, τα κουνέλια οικόσιτης εκτροφής, και τα θηλυκά μίνκ. Τέλος, μεταξύ όλων των ειδών ζώων που εξετάστηκαν, τα τρωκτικά ήταν περισσότερο πιθανό να μολυνθούν, ενώ τα μίνκ πιο πιθανό σε σχέση με τα λαγόμορφα. Με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, τα τρωκτικά θα μπορούσαν πιθανά να έχουν ρόλο δευτερεύοντα ξενιστή των παρασίτων Leishmania spp. στην Ελλάδα, ενώ σε ότι αφορά τα λαγόμορφα και τα μίνκ, αυτά πιθανά έχουν μικρό ρόλο στην επιδημιολογία του νοσήματος. Ωστόσο, κρίνεται απαραίτητη η περαιτέρω διερεύνηση, με επιδημιολογικές μελέτες μεγαλύτερης κλίμακας, ώστε να αποσαφηνιστεί ο ρόλος των λαγόμορφων και των μίνκ στην επιδημιολογία του νοσήματος στην Ελλάδα.
A significance statement is not available in the OpenAlex record.
A contribution statement is not available in the OpenAlex record.
Method details are not available in the OpenAlex metadata.
Findings are not separately available in the OpenAlex metadata.
Limitations are not available in the OpenAlex metadata.
Application details are not available in the OpenAlex metadata.
Η Leishmania είναι ένα πρωτόζωο παράσιτο, με παγκόσμια εξάπλωση. Από τα 53 είδη του γένους Leishmania που έχουν ταυτοποιηθεί, τα 31 μεταδίδονται στα θηλαστικά, ενώ υπάρχουν τουλάχιστον 20 είδη που μεταδίδονται και στον άνθρωπο. Ο φυσικός μεταδότης των παρασίτων Leishmania είναι η σκνίπα. Η λεϊσμανίωση του ανθρώπου, είναι ενδημική σε 98 χώρες, οι άνθρωποι σε κίνδυνο ξεπερνούν τα 350 εκατομμύρια και οι θάνατοι τους 59.000 ετησίως. Στο σκύλο, το νόσημα είναι ενζωοτικό σε περισσότερες από 70 χώρες. παγκοσμίως. Στην Ευρώπη, το σημαντικότερο είδος Leishmania είναι το είδος L. infantum, που αποτελεί το αίτιο του νοσήματος τόσο στον άνθρωπο, όσο και το σκύλο. Μόλυνση με L. infantum, έχει διαπιστωθεί τόσο σε οικόσιτα είδη (γάτες, ιπποειδή, αιγοπρόβατα), όσο και σε άγρια είδη ζώων (σαρκοφάγα, λαγόμορφα, τρωκτικά). Τα τελευταία χρόνια, η έρευνα σχετικά με την ανεύρεση και άλλων μολυσμένων ειδών ζώων (εκτός του κυρίου ξενιστή που είναι ο σκύλος), δημιούργησε προβληματισμούς σχετικά με το εάν και αυτά έχουν κάποιο ρόλο στη διατήρηση του παρασίτου. Ο ρόλος αυτός, είναι απαραίτητο να διερευνηθεί, καθώς μπορεί κάτω από ορισμένες συνθήκες να αλλάξει, όπως αυτό συνέβη στο πρόσφατο περιστατικό ξαφνικής αύξησης των κρουσμάτων λεϊσμανίωσης στη Μαδρίτη της Ισπανίας. Σε αυτό το πλαίσιο τέθηκαν οι στόχοι αυτής της Διδακτορικής Διατριβής, δηλαδή ο προσδιορισμός της συχνότητας μόλυνσης άλλων ειδών ζώων, πλην του σκύλου, τα οποία ενδέχεται να συμμετέχουν στη διατήρηση του πρωτόζωου παρασίτου Leishmania spp. στην φύση και η μελέτη πιθανών παραγόντων επικινδυνότητας που σχετίζονται με τη μόλυνση των ζώων αυτών.Στην έρευνα συμπεριλήφθηκαν τρωκτικά (100), αγρια και εκτρεφόμενα κουνέλια (393), λαγοί (90), και εκτρεφόμενα μίνκ (200). Από τα ζώα αυτά εξετάστηκαν σπλήνας αίμα και ήπαρ, με παρασιτολογικές εξετάσεις (783), ορολογικές εξετάσεις (730) και μοριακές εξετάσεις (367). Η στατιστική επεξεργασία εφαρμόστηκε στα τρωκτικά στα αποτελέσματα των μοριακών εξετάσεων, ενώ στα υπόλοιπα ζώα στα αποτελέσματα τόσο των ορολογικών όσο και των μοριακών εξετάσεων. Στατιστική ανάλυση χρησιμοποιήθηκε επίσης στη μελέτη της πιθανής επίδρασης διαφόρων παραγόντων επικινδυνότητας που σχετίζονται με τη μόλυνση των ζώων. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της διατριβής, στις ορολογικές εξετάσεις, ανευρέθηκαν μολυσμένα τρωκτικά σε ποσοστό 51,06%, μολυσμένα κουνέλια σε ποσοστό 7,63%, μολυσμένοι λαγοί σε ποσοστό 6,67% και μολυσμένα μίνκ 20,00%. Αντίστοιχα με την εφαρμογή των μοριακών μεθόδων εξέτασης, τα μολυσμένα τρωκτικά ήταν 19%, τα κουνέλια 2,59%, οι λαγοί 3,57% και τα μίνκ 2,11%, ενώ σε κανένα κυτταρολογικό επίχρισμα δεν ανευρέθηκε το παράσιτο. Σε ότι αφορά τους παράγοντες επικινδυνότητας, η στατιστική ανάλυση έδειξε μεγαλύτερη πιθανότητα να μολυνθούν είχαν, τα τρωκτικά των ημιαστικών περιοχών, τα κουνέλια οικόσιτης εκτροφής, και τα θηλυκά μίνκ. Τέλος, μεταξύ όλων των ειδών ζώων που εξετάστηκαν, τα τρωκτικά ήταν περισσότερο πιθανό να μολυνθούν, ενώ τα μίνκ πιο πιθανό σε σχέση με τα λαγόμορφα. Με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, τα τρωκτικά θα μπορούσαν πιθανά να έχουν ρόλο δευτερεύοντα ξενιστή των παρασίτων Leishmania spp. στην Ελλάδα, ενώ σε ότι αφορά τα λαγόμορφα και τα μίνκ, αυτά πιθανά έχουν μικρό ρόλο στην επιδημιολογία του νοσήματος. Ωστόσο, κρίνεται απαραίτητη η περαιτέρω διερεύνηση, με επιδημιολογικές μελέτες μεγαλύτερης κλίμακας, ώστε να αποσαφηνιστεί ο ρόλος των λαγόμορφων και των μίνκ στην επιδημιολογία του νοσήματος στην Ελλάδα.
Key concepts: Leishmania infantum, Leishmania, Leishmaniasis, Biology, Leishmania major, Microbiology, Virology, Parasite hosting